Οι γυναίκες είδαν κι έπαθαν να αλλάξουν την παραδοσιακή σεξιστική αντίληψη ότι τα δύο φύλα έχουν το καθένα τους δικούς του διακριτούς ρόλους (π.χ. ο άνδρας διαβάζει εφημερίδα, ενώ η γυναίκα πλένει τα πιάτα), αλλά η πρόοδος των νευροεπιστημών φαίνεται πως έχει μια παρενέργεια: την εκ νέου «καθαγίαση» των φυλετικών διαφορών, μόνο που αυτή τη φορά οι διαφορές υποτίθεται ότι εδράζονται στον εγκέφαλο. Διαβάστε εδώ τη συνέχεια.
θα χάσω ένα μπάνιο!
•Ιουνίου 2, 2009 • Γράψτε ένα σχόλιοΒρέθηκα σε μια εκδήλωση και άκουσα τα παρακάτω. Θα χάσω ένα μπάνιο…
Επιλέξαμε μια συζήτηση προσανατολισμένη στο θέμα των γυναικών. Επιλέγουμε να φέρουμε στο σκηνικό τα αιτήματα των γυναικών, τους αγώνες για τη διεκδίκηση τους. Δεν ακολουθούμε την πεπατημένη για την αριστερά, που ουσιαστικά εναποθέτει όλα αυτά τα ζητήματα στην πάλη ενάντια στον καπιταλισμό, το νεοφιλελευθερισμό και στην ανατροπή τους στο σοσιαλισμό. Θέλουμε μια αριστερά δύναμη ανατροπής όλων των μορφών καταπίεσης που έχει δημιουργήσει αυτό το σύστημα, αλλά και εκείνων που επιβιώνουν από το μακρινό παρελθόν και έχουν με συνέπεια ταχθεί στην υπηρεσία αυτού του συστήματος. Οικοδομούμε εκείνη την αριστερά που γίνεται εργαλείο στη φωνή των γυναικών για το γκρέμισμα τριών συστημάτων που επιβιώνουν πάνω σε κάθε γυναίκα, του νεοφιλελευθερισμού, της πατριαρχίας, του ρατσισμού.
τη σκότωσε γιατί…την αγαπούσε
•Απριλίου 28, 2009 • Γράψτε ένα σχόλιοΔύσκολα άλλο έγκλημα θα βρει τέτοια ομόθυμη και διιστορική στήριξη. Όχι ότι κάθε εποχή δεν έχει τη δική της εκδοχή για τα επιτρεπτά όρια της ζηλόφθονης συμπεριφοράς. Σήμερα βρισκόμαστε προφανώς πολύ μακριά από τον Ναπολεόντειο Κώδικα που επέτρεπε την εκτέλεση της άπιστης συζύγου. Οι κοινωνικές ωστόσο ανοχές προς τους δράστες των εγκλημάτων ζηλοτυπίας είναι ακόμη ορατές. Το μηχανισμό που επιτρέπει την περίεργη αυτή επιβίωση εξηγούσε στις αρχές ήδη της δεκαετίας του ‘40 ο εγκληματολόγος E. de Greeff, υπογραμμίζοντας ότι όλα τα εγκλήματα συναντούν την απόρριψη του κοινωνικού σώματος και είναι αδύνατο να αποτελέσουν “συλλογική τραγωδία”, εκτός από μία περίπτωση: την περίπτωση ενός άνδρα που σκοτώνει τη γυναίκα που τον πρόδωσε, που υπήρξε ανάξια για τον έρωτά του. “Χιλιάδες άνδρες είδαν τα δικά τους χαρακτηριστικά στο πρόσωπο του δολοφόνου, ενώ χιλιάδες γυναίκες ταυτίστηκαν, τουλάχιστον προς στιγμήν, με το θύμα”, σημείωνε ο βέλγος εγκληματολόγος. “Και για τους μεν και για τις δε το δράμα αυτό αποκτά ένα ειδικό νόημα και από το νόημα αυτό απορρέει η θέση τους έναντι του εγκληματία. Από τις θέσεις αυτές δημιουργείται τελικά μια συλλογική τάση που ποικίλλει κατά περίπτωση”. Μόνο που η συλλογική αυτή στάση είναι εξαιρετικά συχνά ευνοϊκή για το δολοφόνο, παρατηρούσε ο de Greeff, κρίνοντας όχι μόνο τις κοινωνικές συμπεριφορές, αλλά και τις δικαστικές αποφάσεις, τις οποίες έβρισκε ιδιαίτερα επιεικείς: “Συχνά ακούει κανείς από τους υπαλλήλους των φυλακών, από μέλη φιλανθρωπικών οργανώσεων, καμιά φορά και από τους δικαστές ή τους ιερείς της φυλακής να αναφωνούν, καθένας ανάλογα με το επαγγελματικό του ύφος: ‘Αυτός ο άνθρωπος είχε δίκιο. Ολοι στη θέση του θα είχαν κάνει το ίδιο’”. Ετσι, όταν το έγκλημα δεν εμφανίζει ιδιαίτερη βαναυσότητα, ή ακόμη όταν το θύμα αποδεικνύεται κατώτερο του θύτη, οι ένορκοι σπεύδουν κατά τον εγκληματολόγο να “επικυρώσουν ότι οι απόψεις του δολοφόνου αντιστοιχούν στις δικές τους και σε ό,τι αποκαλούν ‘κοινή γνώμη’. Η αθωωτική απόφαση είναι αναπόφευκτη”.

Οι επισημάνσεις αυτές δεν φωτίζουν απλώς τους μηχανισμούς ταύτισης που ενεργοποιούνται όταν η λεγόμενη κοινή γνώμη βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα έγκλημα ζηλοτυπίας. Μαρτυρούν και τον κατά φύλο καταμερισμό των ρόλων στα συγκεκριμένα εγκλήματα, στα οποία η γυναικεία συμμετοχή κυμαίνεται σε ποσοστά που μόλις και μετά βίας εγγίζουν το 10%. Δεν πρόκειται απλώς για την ούτως ή άλλως χαμηλή γυναικεία εγκληματικότητα, ένα γνωστό στατιστικό δεδομένο που συνήθως αποδίδεται στην υποδεέστερη κοινωνική θέση των γυναικών, δηλαδή στον περιθωριακό τους ρόλο ακόμη και στο επίπεδο της παραβατικότητας. Οι γυναίκες δολοφονούν, αν και σε πολύ μικρότερα από τους άνδρες ποσοστά, αλλά σπανίως για λόγους ζηλοτυπίας. Η ερμηνεία του φαινομένου μπορεί προφανώς να αναζητηθεί στα κοινωνικά στερεότυπα για τα φύλα, σύμφωνα με τα οποία η γυναίκα αποτελεί κατά κάποιον τρόπο ιδιοκτησία του συζύγου της, ενώ το αντίστροφο δεν ισχύει. Έτσι, οι συζυγοκτονίες με θύμα το σύζυγο και δράστη τη σύζυγο οφείλονται συχνότερα στην κακομεταχείριση μιας γυναίκας από τον άνδρα της και σπανιότερα στην απιστία του. Τα κοινωνικά αυτά στερεότυπα αντανακλώνται εξάλλου και στη διαφορετική κατά φύλο αντιμετώπιση των συζυγοκτόνων: οι άνδρες γίνονται κατά κάποιον τρόπο ανεκτοί, οι γυναίκες κινδυνεύουν από λιντσάρισμα. Διαβάστε από τον ιό της κυριακής.
γυναίκα σε πέντε κομμάτια
•Απριλίου 14, 2009 • Γράψτε ένα σχόλιο Μια ακόμη συζυγοκτονία τραγική και ανατριχιαστική: γυναίκα σε πέντε κομμάτια. Μια είδηση που έφτασε στη δημοσιότητα ούτε καν για το αποτρόπαιο της πράξης (τεμαχισμός με σιδεροπρίονο μπροστά στα μάτια των παιδιών της γυναίκας) παρά ως «ιατρικό θαύμα» της συγκόλλησης των τεμαχισμένων μελών. Το σώμα εμπόρευμα σε όλο του το μεγαλείο. Το βιασμένο σώμα, το κατακερματισμένο σώμα, το εξευτελισμένο σώμα: αυτό πουλιέται, αυτό αγοράζεται.
σύριζα…κόβουμε το σεξισμό
•Νοεμβρίου 17, 2008 • Γράψτε ένα σχόλιοΓια κάποιους/ες, η σεξουαλικότητα μπορεί να φαίνεται ασήμαντο θέμα, μια επιπόλαια παράκαμψη φλεγόντων προβλημάτων όπως η κρίση, η φτώχεια, ο πόλεμος, η πείνα, η κατάρρευση και αποδόμηση των βεβαιοτήτων της καθημερινότητάς μας. Αλλά είναι ακριβώς σε τέτοιους καιρούς, όταν ζούμε με την απειλή καταστροφών που οι άνθρωποι παθιάζονται επικίνδυνα με τη σεξουαλικότητα. Είναι σε τέτοιες περιόδους που οι γυναίκες πιέζονται να αναλάβουν τους «ρόλους» τους ως γυναίκες. Να σηκώσουν στις πλάτες τους υποκαθιστώντας το κοινωνικό κράτος που καταρρέει εις βάρος της αυτονομίας τους. Να γυρίσουν πίσω στο χώρο του ιδιωτικού. Ενώ συγχρόνως προωθείται μια εμπορευματοποιημένη σεξουαλικότητα που ταυτίζει την υποταγή και τον εξευτελισμό με την ηδονή. Μια σεξουαλικότητα που κατακλύζει το δημόσιο χώρο με την ταυτόχρονα προκλητική απουσία των γυναικών ως υποκείμενο στο δημόσιο βίο. Είναι σε τέτοιες εποχές που η βία κατά των γυναικών νομιμοποιείται ως πρακτική. Είναι σε τέτοιες εποχές που η σεξουαλικότητα τίθεται σε αντιπαράθεση και πολιτικοποιείται ανοιχτά.
Femina Aeterna
•Αυγούστου 19, 2008 • 2 σχόλιαΕγώ αγαπούσα πάντα την Ελένη
όμως αυτή δε μου ‘κανε τη χάριν
δεν αγαπούσε εμένα μα τον Λένιν
και μου ‘σκιζε όλα τα βιβλία του Μπουχάριν.
Καυγάδες όλη νύχτα για το Κόμμα,
για το Στάλιν, τον Τρότσκι ή τον Γκράμσι.
Α! δεν μπορούσε να τραβήξει πολύ ακόμα
του έρωτά μας ήταν προφανής η κάμψη.
Εγώ να θέλω σεξ-και αυτή να το κάνει
λες από υποχρέωση σαν κότα,
να βιάζεται να σηκωθεί από το ντιβάνι
να ξαναπιάσει το «Πρόγραμμα του Γκότα».
Δεν ήθελε παιδιά και baby lino
μάθαινε ρωσικά μετά μανίας
μου ‘χε κρεμάσει και στον τοίχο το Κρεμλίνο
και έβριζε το καθεστώς της Ρουμανίας.
Παιδιά, μακριά από γυναίκα οργανωμένη,
αντί για έρωτες σας περιμένουν τάφοι,
εκεί που λες πως την κρατάς γερά δεμένη
έρχεται και σ’ την παίρνει ένας Καντάφι.
ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ
όλοι και όλες
•Μαΐου 27, 2008 • 1 σχόλιοΠροσπαθώ να απευθύνομαι όταν μιλώ στο κοινό χρησιμοποιώντας και τα δύο γένη. Όλοι και όλες. Αυτό ακούγεται πολλές φορές κάπως κακόηχο άσε που κάνει το λόγο πιο μακροσκελή, μπορεί να μπερδευτείς κιόλας στις καταλήξεις. Και βλέπω πολλούς αλλά και πολλές να αντιδρούν. Εντάξει τώρα διεκδικείς την ισότητα έτσι; Και στο κάτω κάτω εννοείται πως όταν λέμε όλοι εννοούμε όλοι οι άνθρωποι και όχι όλοι οι άνδρες. Για μένα είναι ένα παιχνίδι. Ένα παιχνίδι πάνω σε αυτά που έχουμε συνηθίσει και δεχόμαστε ή προσπερνάμε ως δεδομένα. Ακούγεται σαν παραφωνία. Μπορεί να είναι και εκκεντρικό (queer). Αλλά όταν μιλάμε για έναν κόσμο που ο χώρος του ιδιωτικού είναι διαιρεμένος σε δύο γένη, άνδρες που είναι, κάνουν ή σκέφτονται κάτι και γυναίκες που είναι, κάνουν ή σκέφτονται κάτι άλλο, από πού κι ως που σε θέματα που άπτονται του δημόσιου το γένος που υπερισχύει να είναι ένα; Κι από πού κι ως που αυτό να είναι το αρσενικό το οποίο είναι αυτό που εμπεριέχει και το θηλυκό; Οι φοιτητές, οι εργαζόμενοι, οι καταπιεσμένοι, οι φτωχοί… Λες και οι σπουδές σημαίνουν το ίδιο για άνδρες και γυναίκες, λες και τα ζητήματα της εργασίας είναι κοινά και για τα δύο φύλα, λες και η φτώχεια επίσης δεν έχει φύλο. Κι επειδή οι γυναίκες εγκαλούνται με το θηλυκό γένος μόνο στον ιδιωτικό βίο (εσείς οι γυναίκες, όλες οι γυναίκες) καλό είναι να νιώθουν πως το δημόσιο δεν είναι ένας χώρος που βρίσκονται παρεμπιπτόντως ή ότι οι όροι που συμμετέχουν είναι να απολέσουν τη «γυναικεία ταυτότητα» (αυτή δηλαδή που τις ταυτίζει με το ιδιωτικό). Αλλά βρίσκονται εκεί για να συνειδητοποιήσουν και να αναρωτηθούν γιατί είναι αποκλεισμένες, γιατί είναι περισσότερο φτωχές, γιατί έχουν πιο περιορισμένη πρόσβαση σε σπουδές, καλές δουλειές, σύνταξη. Γιατί εν τέλει σε αυτόν τον άδικο κόσμο είναι αυτές που αδικούνται περισσότερο. Και να συνειδητοποιήσουν πως η ταύτισή τους με το ιδιωτικό (μάνα, σύζυγος, νοικοκυρά, γκόμενα) δεν είναι ένα βάρος ή μια χαρά που τους έλαχε από τη φύση αλλά κομμάτι της αδικίας που υφίστανται κοινωνικά.


