στον απόηχο της Αμαρύνθου

magritte-rape.jpg

Η διάκριση που υφίσταται η γυναίκα στην εποχή μας είναι ιδιαίτερη. Γιατί κανείς δε θα πει «δε θέλω να τις βλέπω», «δε θέλω να συναναστρέφομαι μαζί τους» ή «ο κόσμος χωρίς γυναίκες θα ήταν καλύτερος» όπως με άλλες ομάδες που υφίστανται διάκριση. Φαίνεται εξωπραγματικό να το πει κανείς αυτό. Βέβαια ακούς εκφράσεις του τύπου «τη γυναίκα μη την εμπιστεύεσαι», «γυναικοδουλειές» κτλ αλλά η γυναίκα δεν απαξιώνεται στο σύνολο. Και είναι δύσκολο να ακούσεις τέτοιες εκφράσεις μεμονωμένα χωρίς δηλαδή μια πρόταση που να ακυρώνει την απαξίωση που υπολανθάνει στην πρόταση. Μια πρόταση του τύπου «αλλά δεν μπορώ χωρίς αυτή». Κι αυτό γιατί, η ιδιαιτερότητα της σχέσης του άνδρα και της γυναίκας είναι πως αντίθετα με άλλες ομάδες με ανταγωνιστικές σχέσεις, άνδρες και γυναίκες πρέπει να συνυπάρξουν αναγκαστικά αλλιώς το είδος και κατά συνέπεια η κοινωνία δε θα αναπαραχθεί . Επομένως, είναι σωτήρια για την κοινωνία η συνύπαρξη μιας θετικής και μιας αρνητικής εικόνας για τη γυναίκα. Τόσο η καλή όσο και η κακή εικόνα, υπονοούν έναν κοινωνικά αποδεκτό ρόλο για τη γυναίκα. Η θετική εικόνα επιτρέπει τη διάκριση και τον κοινωνικό αποκλεισμό της γυναίκας ή αλλιώς την επιβράβευσή της σε κοινωνικά αποδεκτούς ρόλους και συνοδεύεται από εύνοια ενώ η αρνητική είναι μια μορφή τιμωρίας για τη γυναίκα και κυμαίνεται ανάλογο με το είδος και το χώρο που εκδηλώνεται η συμπεριφορά. Μπορεί να είναι δηλαδή από ανδρογυναίκα (γυναίκα επιτυχημένη αποστερημένη από τη θηλυκότητά της) μέχρι πουτάνα (γυναίκα χωρίς αξία και ικανότητα υποχείριο των σεξουαλικών ορμών του άνδρα).

Το διπολικό αυτό στερεότυπο συνδέεται με τον κοινωνικό αποκλεισμό της γυναίκας. Με άλλα λόγια, οι γυναίκες αποκλείονται από κάποιους ρόλους ή θέσεις με το να ενισχύονται όταν ακολουθούν παραδοσιακούς ρόλους (νοικοκυριό, παραδοσιακά γυναικεία επαγγέλματα, ερωτικές κτλ) και να αποθαρρύνονται ή να γίνονται αντικείμενο διάκρισης όταν ακολουθούν μη-παραδοσιακούς ρόλους (γυναίκες εργαζόμενες, καριερίστες κτλ). Υπολανθάνει εδώ ένας διαχωρισμός ανάμεσα σε καλές και κακές γυναίκες ο οποίος μπορεί να χρησιμεύσει και ως δικαιολογία για τη διάκριση (αποκλεισμός από συγκεκριμένες θέσεις) ή αρνητική μεταχείριση κάποιων γυναικών που ξεφεύγουν από το παραδοσιακό πρότυπο (γυναίκες ως αντικείμενα). Η καλή πλευρά της εικόνας της γυναίκας στην κοινωνία επιβραβεύει τη γυναίκα που ξέρει ποια είναι η θέση της ενώ η κακή τιμωρεί αυτή που θα την αμφισβητήσει προχωρώντας πέρα από αυτά που καθορίζει ο ρόλος της στην κοινωνία. Καμιά πλευρά δεν είναι αθώα. Και οι δύο εικόνες είναι συμπληρωματικές στη ιδεολογία που δικαιολογεί το υπάρχον σύστημα σχέσεων ανάμεσα στα δύο φύλα όπου ο άνδρας κατέχει ανώτερη θέση. Το «η γυναίκα δεν κάνει για συγκεκριμένα πράγματα» συμπληρώνει ή αντικαθιστά το «η γυναίκα είναι κατώτερη» και άρα αντικείμενο ακόμη και ωμής εκμετάλλευσης. Το δεύτερο εξάλλου ακούγεται ακραίο στην εποχή της συγκομιδής των καρπών του γυναικείου αγώνα, της γυναικείας χειραφέτησης και της ισότητας των δύο φύλων. Δε θα αναφερθώ στα παραδείγματα αποκλεισμού της γυναίκας στο δυτικό κόσμο από συγκεκριμένους ρόλους, στη θέση της στην αγορά εργασίας ή στον επιφορτισμένο ρόλο της ως γυναίκας, μητέρας, συζύγου, νοικοκυράς κτλ. Θα αναφερθώ στην πιο κραυγαλέα και καθαρή πλευρά της καταπίεσης της γυναίκας στη σημερινή δυτική κοινωνία: στο βιασμό.

Ο βιασμός αποτελεί απαράδεκτη πράξη για τα δεδομένα της κοινωνίας μας. Είναι τόσο απαράδεκτη που μόνο ως εξαίρεση μπορεί να ειδωθεί για τον σύγχρονο, πολιτισμένο άνθρωπο. Η βία εις βάρος συνανθρώπου με σκοπό τον εξευτελισμό και την εκμηδένισή του είναι απαράδεκτη πράξη που συγκλονίζει την κοινή γνώμη. Ως αποτρόπαια πράξη δε θα μπορούσε να την κάνει ο οποιοσδήποτε άρα αυτός που την κάνει πρέπει να ξεπερνά τα όρια του φυσιολογικού, πρέπει να έχει κάποια ψυχοπαθολογία. Ή μήπως όχι; Τη γεγονότα στην Αμάρυνθο δείχνουν το αντίθετο. Η κοινή γνώμη δεν εκφράζει την αναμενόμενη υποστήριξη στο θύμα της βίας. Αντίθετα, η εύκολη ενοχοποίηση του θύματος για την πράξη είναι προκλητική.

Τι γίνεται λοιπόν όταν ο βιασμός γίνεται συγκεκριμένος, έχει συγκεκριμένα θύματα και θύτες; Γιατί ο θύτης δεν είναι πάντα κάποιο κτήνος; Πως γίνεται και το θύμα αποκτά ευθύνη για το συμβάν και κρίνεται και το ίδιο; Η έρευνα στο χώρο της ψυχολογίας προσπάθησε να φωτίσει το ζήτημα. Συγκεκριμένα, ο Pollard (1992) διαπίστωσε πως θύματα που δε γνωρίζουμε είναι περισσότερο πιθανό να θεωρηθούν πως έχουν ευθύνη για το βιασμό τους παρά θύματα που γνωρίζουμε προσωπικά. Κατά το «την ξέρω είναι καλό και ηθικό κορίτσι» και το «δεν ξέρω αλλά για να τη βιάσανε πρέπει με κάποιο τρόπο να το προκάλεσε. Μήπως το ντύσιμο, η συμπεριφορά της;». Αυτό που έχει σημασία να τονιστεί εδώ είναι πως όταν ακούμε για ένα συμβάν που εμπλέκει ανθρώπους που δε γνωρίζουμε, είναι αυτόματη σχεδόν η σκέψη πως το θύμα πρέπει να το προκάλεσε. Με την ίδια λογική θα μπορούσε να υποθέσει κανείς πως κι ένα θύμα που προέρχεται από την κοινωνική ομάδα (βάσει εθνικότητας, κοινωνικής τάξης, θρησκείας κτλ) που ανήκουμε είναι λιγότερο πιθανό να κατηγορηθεί για τη βία που υπέστη από ένα θύμα που προέρχεται από μια άλλη ομάδα.

Κι ας παίξουμε ένα παιχνίδι τώρα όπου θα αλλάζουμε την ταυτότητα θυμάτων και θυτών. Ας δούμε πρώτα πότε είναι περισσότερο πιθανό να ενοχοποιηθεί ο θύτης ανεξάρτητα από τα χαρακτηριστικά και την ευθύνη που επιρρίπτεται στο θύμα. Το πιο πιθανό είναι να κατηγορηθεί ένας δράστης άγνωστος ή που ανήκει στην εξωομάδα από ότι ένας δράστης γνωστός που ανήκει στην εσωομάδα. Αυτό δε σημαίνει πως το θύμα ενός βιασμού θα δικαιωθεί απαραίτητα αν ο δράστης ανήκει στην εξωομάδα. Αν βάλουμε και την ταυτότητα του θύματος στο παιχνίδι, αν δηλαδή ανήκει στην εσωομάδα ή την εξωομάδα πιθανότατα να έχουμε τις ακόλουθες αποδόσεις. Αν το θύμα είναι γνωστό και ανήκει στην εσωομάδα ενώ ο δράστης στην εξωομάδα, εύκολα ρίχνουμε την ευθύνη στο θύτη. Αν το θύμα ανήκει στην εξωομάδα και ο δράστης στην εσωομάδα, προστατεύουμε το θύτη και ρίχνουμε την ευθύνη στο θύμα. Ο σεξισμός και ο ρατσισμός στην περίπτωση αυτή συνυπάρχουν και εκφράζονται στο μέγιστο βαθμό. Οι αποδόσεις επιδιώκουν περισσότερο να προστατεύσουν την ίδια την κοινωνία μέσα από την υποστήριξη του θύτη που ανήκει σε αυτή. Αν δράστης και θύμα ανήκουν στην εξωομάδα τότε η απόδοση πιθανόν να είναι στην παθολογία της εξωομάδας και οι αποδόσεις θα είναι του τύπου πως το φαινόμενο θα περιορίζεται στη συγκεκριμένη ομάδα. Πιθανότατα το θύμα να προκαλέσει τη συμπάθειά μας. Η πιο προβληματική και καθαρά σεξιστική εκδοχή είναι όταν ο δράστης και το θύμα ανήκουν στην εσωομάδα. Τότε θα ισχύουν όλα όσα ισχύουν στην έρευνα (αξιολόγηση του θύματος σε σχέση με τον πρότερο βίο, ντύσιμο, κατανάλωση αλκοόλ, φήμες κτλ). Η μόνη δηλαδή περίπτωση που το θύμα δε φέρει ευθύνη για το βιασμό του, προστατεύεται και δικαιώνεται είναι όταν ανήκει στην εσωομάδα ενώ ο δράστης σε μια εξωομάδα. Όσο πιο μισητή η εξωομάδα τόσο μεγαλύτερη η δικαίωση του θύματος. Ο ρατσισμός αποδεικνύεται ισχυρότερος του σεξισμού.

Το παραπάνω δεν είναι παρά ένα παιχνίδι υποθέσεων που φωτογραφίζει με κάποιον τρόπο την εικόνα της κοινωνίας που ζούμε και είναι ανοιχτή σε εμπειρική ανάλυση. Αυτό που θέλω να υποστηρίξω με αυτό είναι πως το θύμα βιασμού δικαιολογείται αυτόματα μόνο όταν ο δράστης έχει επιβεβαιωμένη ψυχοπαθολογία (π.χ. είναι ξένος προς την κοινωνία, μετανάστης) ενώ αν ο δράστης δεν εντάσσεται σε κάποια φύσει ψυχοπαθολογική ομάδα, η ψυχοπαθολογία του αποδίδεται και κατασκευάζεται a posteriori. Αλλά αν η πράξη δεν αποδειχθεί ο δράστης συνεχίζει να είναι ένας φυσιολογικός άνθρωπος. Μόνο η απόδειξη της πράξης του προσδίδει ψυχοπαθολογία. Η απόδειξη της πράξης στον κοινό νου αλλά και νομικά ισοδυναμεί με την απόρριψη της ευθύνης του θύματος για την πράξη. Το ζητούμενο δηλαδή δεν είναι η πράξη αυτή καθαυτή αλλά αν το θύμα στην καθομιλουμένη «το θελε», «το προκάλεσε». Και το προκαλεί, αν η συμπεριφορά του θύματος δεν εντάσσεται στον «κοινωνικά ορθό» , στην κοινωνικά αποδεκτή συμπεριφορά που αρμόζει στο φύλο. Σύμφωνα με τη λίστα των στοιχείων που συνιστούν «πρόκληση» , η γυναίκα δεν πρέπει να έχει προγαμιαίες ή πολλές ερωτικές εμπειρίες, να βγαίνει μόνη έξω, να πίνει, να μεθά, δεν πρέπει να ντύνεται προκλητικά, δεν πρέπει να συχνάζει σε μέρη με πολλούς άνδρες. Η παρέκλιση από τον κοινωνικά αποδεκτό ρόλο της γυναίκας, ενοχοποιεί αυτόματα το θύμα ενός βιασμού.

Η κοινωνία μας, λοιπόν, προβάλει ως κανόνα την ενοχή της γυναίκας για την πράξη του βιασμού. Είναι πραγματικά παράλογο το γεγονός πως η γυναίκα πρέπει να αποδείξει πως δεν είναι υπεύθυνη για αυτό που συνέβη και όχι να δικαιωθεί για αυτό που της συνέβη. Η γυναίκα που καταγγέλει το βιασμό της, μπαίνει στην αίθουσα του δικαστηρίου ως κατηγορούμενη. Γιατί στο δικαστήριο δεν κρίνεται η πράξη αλλά το αν το θύμα το «προκάλεσε». Με άλλα λόγια το αν «το θελε». Λες και ο κανόνας είναι πως οι γυναίκες θέλουν να τις περιφρονούν, να τις υποτιμούν και να τις βιάζουν κι αυτές πρέπει να αποδείξουν με κάθε τρόπο πως είναι εξαίρεση. Ή λες και ο βιασμός είναι κάτι που προκαλεί έλξη στη γυναίκα, σαν να είναι κάτι που θέλει να μπει στον πειρασμό να τον δοκιμάσει άσχετα αν στην πορεία μπορεί να καταλάβει πως τελικά δεν το θέλει. Ας πρόσεχε. Που να ήξερε ο βιαστής που έπρεπε να σταματήσει και πότε το όχι της ήταν πραγματικό; Ο άνδρας ίσα ίσα είναι και ο αδύναμος της ιστορίας αφού είναι αδύνατον να συγκρατηθεί όταν η γυναίκα «προκαλεί», να χρησιμοποιεί δηλαδή τη «δύναμή» της να φέρνει τον άνδρα εκτός εαυτού τόσο που να μη μπορεί να σταματήσει μπροστά στο έγκλημα. Η ουσία είναι μία: Η γυναίκα που υπέστη βιασμό «τα θελε και τα παθε» αφού τόλμησε να περιφρονήσει την εύνοια του άνδρα που θα της έδειχνε αν συμμορφώνονταν στον κοινωνικά αποδεκτό ρόλο της. Ο άνδρας και κοινωνία τιμωρεί τη γυναίκα που απαξιώνει τον «κοινωνικά αποδεκτό ρόλο της» δικαιολογώντας τον βιασμό της.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s