τη σκότωσε γιατί…την αγαπούσε

Δύσκολα άλλο έγκλημα θα βρει τέτοια ομόθυμη και διιστορική στήριξη. Όχι ότι κάθε εποχή δεν έχει τη δική της εκδοχή για τα επιτρεπτά όρια της ζηλόφθονης συμπεριφοράς. Σήμερα βρισκόμαστε προφανώς πολύ μακριά από τον Ναπολεόντειο Κώδικα που επέτρεπε την εκτέλεση της άπιστης συζύγου. Οι κοινωνικές ωστόσο ανοχές προς τους δράστες των εγκλημάτων ζηλοτυπίας είναι ακόμη ορατές. Το μηχανισμό που επιτρέπει την περίεργη αυτή επιβίωση εξηγούσε στις αρχές ήδη της δεκαετίας του ’40 ο εγκληματολόγος E. de Greeff, υπογραμμίζοντας ότι όλα τα εγκλήματα συναντούν την απόρριψη του κοινωνικού σώματος και είναι αδύνατο να αποτελέσουν «συλλογική τραγωδία», εκτός από μία περίπτωση: την περίπτωση ενός άνδρα που σκοτώνει τη γυναίκα που τον πρόδωσε, που υπήρξε ανάξια για τον έρωτά του. «Χιλιάδες άνδρες είδαν τα δικά τους χαρακτηριστικά στο πρόσωπο του δολοφόνου, ενώ χιλιάδες γυναίκες ταυτίστηκαν, τουλάχιστον προς στιγμήν, με το θύμα», σημείωνε ο βέλγος εγκληματολόγος. «Και για τους μεν και για τις δε το δράμα αυτό αποκτά ένα ειδικό νόημα και από το νόημα αυτό απορρέει η θέση τους έναντι του εγκληματία. Από τις θέσεις αυτές δημιουργείται τελικά μια συλλογική τάση που ποικίλλει κατά περίπτωση». Μόνο που η συλλογική αυτή στάση είναι εξαιρετικά συχνά ευνοϊκή για το δολοφόνο, παρατηρούσε ο de Greeff, κρίνοντας όχι μόνο τις κοινωνικές συμπεριφορές, αλλά και τις δικαστικές αποφάσεις, τις οποίες έβρισκε ιδιαίτερα επιεικείς: «Συχνά ακούει κανείς από τους υπαλλήλους των φυλακών, από μέλη φιλανθρωπικών οργανώσεων, καμιά φορά και από τους δικαστές ή τους ιερείς της φυλακής να αναφωνούν, καθένας ανάλογα με το επαγγελματικό του ύφος: ‘Αυτός ο άνθρωπος είχε δίκιο. Ολοι στη θέση του θα είχαν κάνει το ίδιο'». Ετσι, όταν το έγκλημα δεν εμφανίζει ιδιαίτερη βαναυσότητα, ή ακόμη όταν το θύμα αποδεικνύεται κατώτερο του θύτη, οι ένορκοι σπεύδουν κατά τον εγκληματολόγο να «επικυρώσουν ότι οι απόψεις του δολοφόνου αντιστοιχούν στις δικές τους και σε ό,τι αποκαλούν ‘κοινή γνώμη’. Η αθωωτική απόφαση είναι αναπόφευκτη».

naked-girls
Οι επισημάνσεις αυτές δεν φωτίζουν απλώς τους μηχανισμούς ταύτισης που ενεργοποιούνται όταν η λεγόμενη κοινή γνώμη βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα έγκλημα ζηλοτυπίας. Μαρτυρούν και τον κατά φύλο καταμερισμό των ρόλων στα συγκεκριμένα εγκλήματα, στα οποία η γυναικεία συμμετοχή κυμαίνεται σε ποσοστά που μόλις και μετά βίας εγγίζουν το 10%. Δεν πρόκειται απλώς για την ούτως ή άλλως χαμηλή γυναικεία εγκληματικότητα, ένα γνωστό στατιστικό δεδομένο που συνήθως αποδίδεται στην υποδεέστερη κοινωνική θέση των γυναικών, δηλαδή στον περιθωριακό τους ρόλο ακόμη και στο επίπεδο της παραβατικότητας. Οι γυναίκες δολοφονούν, αν και σε πολύ μικρότερα από τους άνδρες ποσοστά, αλλά σπανίως για λόγους ζηλοτυπίας. Η ερμηνεία του φαινομένου μπορεί προφανώς να αναζητηθεί στα κοινωνικά στερεότυπα για τα φύλα, σύμφωνα με τα οποία η γυναίκα αποτελεί κατά κάποιον τρόπο ιδιοκτησία του συζύγου της, ενώ το αντίστροφο δεν ισχύει. Έτσι, οι συζυγοκτονίες με θύμα το σύζυγο και δράστη τη σύζυγο οφείλονται συχνότερα στην κακομεταχείριση μιας γυναίκας από τον άνδρα της και σπανιότερα στην απιστία του. Τα κοινωνικά αυτά στερεότυπα αντανακλώνται εξάλλου και στη διαφορετική κατά φύλο αντιμετώπιση των συζυγοκτόνων: οι άνδρες γίνονται κατά κάποιον τρόπο ανεκτοί, οι γυναίκες κινδυνεύουν από λιντσάρισμα. Διαβάστε από τον ιό της κυριακής.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s